17/3/08

Το Μονόγραμμα...

Ι.

Θα πενθώ πάντα-μ’ακούς;-για σένα,
μόνος,στον Παράδεισο.

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές,
Τής παλάμης,η Μοίρα,σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός...

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν,
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οι κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ,τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες.
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα,με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μας κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει.
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς;
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα,μ’ακούς;
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς;
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς;
Είμ’εγώ,μ’ακούς;
Σ’αγαπώ,μ’ακούς;
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς;
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς;

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς;
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς;
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς;
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-ένα , μ’ακούς;
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς;
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς;
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς;
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους;
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς;

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί-μ’ακούς;
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς;
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς;
Δέν υπάρχει τό χώμα,δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς;

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς...

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς;
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς;
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς;
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου!
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει-ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς;
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς;

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό;

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο,ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης,τίποτα!
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη-άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τά βοτάνια...

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη!όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί...

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα...

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ!

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο...

5/3/08

Ερωτήσεις.....

Να λοιπόν και κάτι πολύ ενδιαφέρον....Μερικές ερωτήσεις που χρειάζονται απάντηση!!
Όποιος/όποια μπορεί ας απαντήσει......
1.Δύο τετραγωνικά χιλιόμετρα πόσα κιλά ζυγίζουν???
2.Σε πόσες μέρες η ώρα μετανιώνει???
3. Αν είχαμε 7 πόσα θα ήταν τα υπόλοιπα???
4.Νόμιμα 4....παράνομα πόσα????
5.Σε 14 κιλά είναι 30 χιλιόμετρα το μίλι...Αν ναι,διπλασιάζεται η μάζα & πόσο???
6.Μετά το ΝΤΟ είναι απαραίτητα τα εμφιαλωμένα στολίδια???
7.Το χρηματοοικονομικό πόσο σύστημα είναι??

Ευχαριστώ τους "ouzo the band" για τη παροχή των ερωτήσεων....
http://profile.myspace.com/index.cfm?fuseaction=user.viewprofile&friendid=39839976&MyToken=c6b106c9-ee2c-45aa-968e-c8c1e5f0968b

4/3/08

Αεροπλάνο......

Πολύ με πίκρανες ζωή
μακριά θα φύγω ένα πρωί
θ' ανέβω σ' ένα αεροπλάνο
να δω τον κόσμο από κει πάνω
Όταν κοιτάς από ψηλά
μοιάζει η γη με ζωγραφιά
και συ την πήρες σοβαρά
και συ την πήρες σοβαρά
Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα
μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι
το μεγαλύτερο ανάκτορο
μοιάζει μ' ένα μικρούλι τόπι
Κι όλοι αυτοί που σε πικράνανε
από ψηλά αν τους κοιτάξεις
θα σου φανούν τόσο ασήμαντοι
που στη στιγμή θα τούς ξεχάσεις
Αγαπημένη μου, μην κλαις
πάμε μαζί ψηλά, αν θες
να δεις τη γη απ' τη σελήνη
ένα φεγγάρι είναι και κείνη
Όταν κοιτάς απο ψηλά
μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά
και συ τον πήρες σοβαρά
και συ τον πήρες σοβαρά
Μοιάζουν οι πύργοι με κουκλόσπιτα
και τα κανόνια με παιχνίδια
από ψηλά δεν ξεχωρίζουνε
οι ομορφιές και τα στολίδια
Κι ό,τι σε πλήγωσε ή σε θάμπωσε
από ψηλά αν το κοιτάξεις
θα σου φανεί τόσο ασήμαντο
που στη στιγμή θα το ξεχάσεις.

1/3/08

Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες

Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ' τη ζωή κρατιόμουνα κρατιόμουνα σ' ένα καφάσι μπίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ' τη ζωή κρατιόμουνα κι ονειρευόμουνα σ' ένα καφάσι μπίρες
Τα λόγια σου τα ψεύτικα φαρμάκι κι αγωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ' ερωτεύτηκα παιδεύτηκα σ' αυτή την κοινωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ' εμπιστεύτηκα και ρεζιλεύτηκα στην παλιοκοινωνία
Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ' τα εσύ τα χρόνια που 'φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη στον κόσμο που 'ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό
Την ώρα που περπάτησα μου φέραν και τα δώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της ξεστράτισα
ξεστράτισα και μου 'λεγαν προχώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της γονάτισα και παραστράτησα στην πρώτη κατηφόρα
Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ' τα εσύ τα χρόνια που 'φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη στον κόσμο που 'ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό






Λίνα Νικολακοπούλου

27/2/08


Στις άδειες πόλεις που γυρνάς
εικόνες σε ξοδεύουν
αδύναμος να προσκυνάς
αυτούς που σε ληστεύουν
Σαν δαίμονας να κουβαλάς
του κόσμου τους χειμώνες
στα μάτια της να κυνηγάς
παλιούς μικρούς κανόνες
Μοναξιά μου όλα,
μοναξιά μου τίποτα
μη μ' αφήνεις τώρα
που είναι όλα πιο δύσκολα
έρωτα μου όλα,
κι έρωτά μου τίποτα
μη μ' αφήνεις τώρα
που είναι όλα πιο δύσκολα
Τις νύχτες ντύνεσαι μικρός
κάποιον θα ξεγελάσεις
και ένα κακό που ήρθε χθες
τρέχεις για να προφτάσεις
Μοιάζουν οι δρόμοι με φωτιά
τα βράδια του θανάτου
έρωτας που μυρίζει πια
αρένα στο άγγιγμά του
Μοναξιά μου όλα,
μοναξιά μου τίποτα
μη μ' αφήνεις τώρα
που είναι όλα πιο δύσκολα
έρωτα μου όλα,
κι έρωτά μου τίποτα
μη μ' αφήνεις τώρα
που είναι όλα πιο δύσκολα

Μη φύγεις ΠΑΛΙ...ΜΗ!

Όλη η ερημιά κι η πίκρα της ζωής
μες τα δυο μου μάτια, απόψε θα την δεις
Κι όλη την αγάπη,
που ’χεις κάνει δάκρυ
μέσα στην καρδιά μου θα την βρεις
Γύρισε κοντά μου, γύρισε
κι όταν κουραστείς, φύγε ξανά
Μ’ έχει πιάσει απελπισία, κι η δική σου η απουσία
δίκοπο μαχαίρι στην καρδιά
Γύρισε κοντά μου, γύρισε
Με σκυφτό κεφάλι μόνη τριγυρνώ
μες το άδειο σπίτι και το σκοτεινό
Νιώθω τη σκιά σου,
και τα βήματα σου
πάνω στην καρδιά μου σαν βουνό
Γύρισε κοντά μου, γύρισε...

23/2/08

Άντε Πάλι...


Δεν κοιμήθηκα ούτε απόψε!!Που βρίσκω τόσο άγχος μακάρι να'ξερα!!Έχω τώρα δύο εβδομάδες που μένω διήμερα ξύπνια!!Δεν μπορώ να κλείσω μάτι...Είτε κάνω σβούρες στο κρεβάτι μου,είτε σκέφτομαι μέχρι που πάει 5:00-6:00 το πρωί!!!Ε!Εκεί το παίρνω απόφαση και φτιάχνω καφέ!!!Είναι βασανιστικό,όμως,όλο αυτό!!!Μα να μη μπορώ να κλείσω μάτι???Όλο κάτι σκέφτομαι ή αγχώνομαι ειδικά αν έχω να κάνω κάτι το πρωί!!!Όπως αυτή η νύχτα που σπατάλησα έτσι!!!Πρέπει να ξυπνήσω πρωί???Υπάρχει λύση!!!
ΔΕΝ ΚΟΙΜΑΜΑΙ!!!Έλεος!!!
Να δω πως θα μπορέσω να το φτιάξω αυτό!!!Με βλέπω στο τέλος να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου!!Τι με βλέπω???De facto είναι!!Αλλά όχι!!Δεν θα το βάλω κάτω!!!Θα σας δείξω εγώ κύριε Μορφέα που δεν με καταδέχεστε!!Θα πάω σ'άλλο μαγαζάκι εγώ...
Α!πάει το'χασα!!

22/2/08

Δε Θα Σωπάσω Πάλι...

Κουράστηκα...
Βαρέθηκα να σκήβω το κεφάλι...
Θέλω να μιλήσω για όσα με θήγουν,για όσα με πληγώνουν...δε θα σκεφτώ ξανά "Α!τι θα σκεφτεί για 'μένα??"...
Αυτός που με πλήγωσε δεν το σκέφτηκε ποτέ!!!
Θα σηκώσω το κεφάλι και θα φτήσω πίσω το δηλητίριο που μου έφτησαν!!ΠΑΝΩ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ!Κανείς δε θα σεβαστεί τη σιωπή μου!Ίσα-ίσα!!!Θα πατήσουν πάνω της για να σωπάσω κι άλλο!
ΜΙΛΗΣΤΕ!!!!