Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάφοροι στίχοι... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάφοροι στίχοι... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20/3/08

Σ' αγαπάω...

Έρχονται ώρες
που όλα τα φοβάμαι
όσα θυμάμαι
κι ακόμα με πονούν
αυτές τις ώρες
να το θυμάσαι
πλάι μου να'σαι
όταν θα'ρθούν
δίπλα μου να'σαι
μαζί σου να με βρούν.
Να μ'αγκαλιάζεις
για να σ'αισθάνομαι
κι αν δεις να χάνομαι
να μ'ανεβάζεις,
να με ησυχάζεις,
και να με νοιάζεσαι,
να με χρειάζεσαι,
όπως κι εγώ.
Έρχονται ώρες
που οι σκέψεις με πληγώνουν
και δεν τελειώνουν
τα "πώς" και τα "γιατί"
γι'αυτές τις ώρες
κι οι δυο μας φταίμε
κι ό,τι κι αν λέμε
τι ωφελεί?
φτάνει που κλαίμε
και που είμαστε μαζί.
Να μ'αγκαλιάζεις
για να σ'αισθάνομαι
κι αν δεις να χάνομαι
να μ'ανεβάζεις,
να με ησυχάζεις,
και να με νοιάζεσαι,
να με χρειάζεσαι,
όπως κι εγώ.
Στίχοι: Ελένη Ζιώγα
Μουσική: Αντώνης Μιτζέλος
Εκτέλεση: Γιάννης Κότσιρας

18/3/08

Ένα Αντίο...


Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
κι ας είχε ειπωθεί ξανά
δεκάδες φορές στο παρελθόν.
Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
γιατί η ζωή είναι αυτό που προχωρά
κι όχι αυτό που κάποτε συνέβη,
που πέρασε μα φυλακισμένο σε κρατά.
Ένα αντίο που έπρεπε να ειπωθεί
κι ας κρύβει μέσα του πόνο
κι ας κρύβει νοσταλγία
ας κρύβει θυμό.
Τι κι αν είχε ειπωθεί ξανά?
Με μέσα τεχνητά ζωή δε λογίζεται...
Άλλο να ζεις κι άλλο να επιζείς...
Άλλο να ζεις για κάποιον άλλο,
άλλο να ζεις μέσα από κάποιον άλλο...
Μα πώς τελειώνει ο έρωτας?
Πώς η αγάπη πεθαίνει?
Είναι ένας δρόμος που πρέπει μονάχος να διαβώ...
Να είσαι καλά, όπου κι αν πας.
Κάποτε θα καταλάβεις
πως το αντίο αυτό έπρεπε να ειπωθεί...


**Ευχαριστώ τον Άγγελο για την παροχή της φωτογραφιας...
(Αυτή είναι η αγαπημένη μου Άγγελε!!)

Πληθυντικός...

"ο έρωτας,όνομα ουσιαστικόν..........ενικού αριθμού...........γένους ανυπεράσπιστου"
Σε χίλιες λέξεις τον κρύβω, μ' ένα στυλό, σ' ένα χαρτί... σωπαίνω...
Καλπάζει η σκέψη μου... είμαι τόσο κοντά... είμαι τόσο μακρυά σου....
μια σκιά στο φως σου...


"Ο φόβος.........στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός....... οι φόβοι
για όλα από 'δω και πέρα"

Ξεχασμένη σ' ένα όνειρο έμεινα, εκεί που μ' αγκάλιαζες και ξαναγεννιόμουνα...
Δεν πρόλαβα να βγω, έκλεισες τη πόρτα φεύγοντας ... και το κλειδί το είχες εσύ...
που το ξεκλείδωσες να μπω...


"Η μνήμη, κύριο όνομα των θλίψεων........μόνο ενικού αριθμού και άκλιτη"
Ανυπεράσπιστος ο έρωτας, μάτια μου,φοβισμένος.... Θρυμματίζει τις στιγμές
σε λυγμούς, σε μια κόκκινη βροχή μνήμης... μ' εκδικείται για τ' ανείπωτα,
για τις ανάσες του που έπνιξα... για να μπορώ να σ' έχω...


"Η νύχτα, όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού,ενικός αριθμός.Πληθυντικός αριθμός........ οι νύχτες από 'δω και πέρα"
Εξαϋλώνομαι τις νύχτες, να χωράω στην χαραμάδα του ουρανού σου,
στην αντηλιά της ψυχής σου, σε μια κατάλευκη γαρδένια....
Ν' αφήνω ίχνη σιωπηρά, αγγίγματα αχνά, σκέψεις και λόγια σιωπής...
Να ξυπνάς το πρωί και να ξέρεις πως πάντα θα είμαι δίπλα σου κι ας μην
μπορώ ν' αγγίξω το χέρι σου...
Είμαι εδώ και κουρνιάζω στη καληνύχτα σου που σκεπάζει τα όνειρά μου...


Στα εισαγωγικά, στίχοι της Κ. Δημουλά από το ποίημα:
"Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
"

17/3/08

Τι Να Σου Πω?


Τόσες φορές πίσω σε δέχτηκα
Δίχως ντροπή και παραδέχτηκα
Πως σ'αγαπάω

Όμως εσύ για ποιόν με πέρασες
Γύρισες πίσω κι απλά προσπέρασες
Και που να πάω?

Σταμάτα λοιπόν να με βασανίζεις
Κουράστηκα πίκρες να μου χαρίζεις
Aσε με μόνο μου,
πιές απ' τον πόνο μου
Ήρθε ο καιρός να στο πω
Σταμάτα λοιπόν να το κουβεντιάζεις
Δεν θέλω κοντά μου να πλησιάζεις
Πες μου τι σκέφτηκες και εκμεταλλεύτηκες
Πόσο πολύ σ' αγαπώ

Τόσες φορές που μ' εγκατέλειψες
Να 'ξερες πόσο μου έλειψες
Και σε ζητούσα

Όμως εσύ ποτέ δεν νοιάστηκες
Την αγκαλία μου δεν χρειάστηκες

Μα σ' αγαπούσα

Σταμάτα λοιπόν να με βασανίζεις
Κουράστηκα πίκρες να μου χαρίζεις
Aσε με μόνο μου, πιές απ' τον πόνο μου

Ήρθε ο καιρός να στο πω
Σταμάτα λοιπόν να το κουβεντιάζεις
Δεν θέλω κοντά μου να πλησιάζεις
Πες μου τι σκέφτηκες και εκμεταλλεύτηκες
Πόσο πολύ σ' αγαπώ

Από την Ηχώ Στο Χάος

Έλα μαζί μου, αφού ήθελες νʼ αναίβεις
σε τούτη την απόκοσμη κορφή.
Μονάχα μη θελήσεις να κατέβεις,
δεν είναι πουθενά μια επιστροφή.
Την πλάνα ανησυχία σου θα πληρώσεις
όχι, σαν άλλοτε, με χαλασμό.
Τώρα πρώτη φορά θα παραδώσεις
και το στερνό σου ακόμα στοχασμό.
Και τότε πια, τα μάγια θα λυθούνε.
Θα μείνουμε μονάχοι στην ερμιά.
Τα γύρω σʼ ένα γύρο θα χαθούνε
και θα'μαστε σαν κρεμαστά κορμιά.
Τα χέρια μας μονάχα τα μαλλιά μας
θʼ αγγίζουνε στο φοβερό κενό.
Σαν άνεμος θα πέρνει τη μιλιά μας
και θα'ναι τάχα εμπόδιο κοινό,
ενώ μέσα στα λόγια μας θα πνέει
της ίδιας της ψυχής μας ο χαμός.
(Και μʼ όλα αυτά να μοιάζουμε σα νέοι
κιʼ ούτε κιʼ αυτός να λείπη ο στολισμός!)
Μαρία Πολυδούρη

4/3/08

Αεροπλάνο......

Πολύ με πίκρανες ζωή
μακριά θα φύγω ένα πρωί
θ' ανέβω σ' ένα αεροπλάνο
να δω τον κόσμο από κει πάνω
Όταν κοιτάς από ψηλά
μοιάζει η γη με ζωγραφιά
και συ την πήρες σοβαρά
και συ την πήρες σοβαρά
Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα
μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι
το μεγαλύτερο ανάκτορο
μοιάζει μ' ένα μικρούλι τόπι
Κι όλοι αυτοί που σε πικράνανε
από ψηλά αν τους κοιτάξεις
θα σου φανούν τόσο ασήμαντοι
που στη στιγμή θα τούς ξεχάσεις
Αγαπημένη μου, μην κλαις
πάμε μαζί ψηλά, αν θες
να δεις τη γη απ' τη σελήνη
ένα φεγγάρι είναι και κείνη
Όταν κοιτάς απο ψηλά
μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά
και συ τον πήρες σοβαρά
και συ τον πήρες σοβαρά
Μοιάζουν οι πύργοι με κουκλόσπιτα
και τα κανόνια με παιχνίδια
από ψηλά δεν ξεχωρίζουνε
οι ομορφιές και τα στολίδια
Κι ό,τι σε πλήγωσε ή σε θάμπωσε
από ψηλά αν το κοιτάξεις
θα σου φανεί τόσο ασήμαντο
που στη στιγμή θα το ξεχάσεις.

1/3/08

Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες

Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ' τη ζωή κρατιόμουνα κρατιόμουνα σ' ένα καφάσι μπίρες
μονάχη μου καθόμουνα κι απ' τη ζωή κρατιόμουνα κι ονειρευόμουνα σ' ένα καφάσι μπίρες
Τα λόγια σου τα ψεύτικα φαρμάκι κι αγωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ' ερωτεύτηκα παιδεύτηκα σ' αυτή την κοινωνία
μονάχη μου παντρεύτηκα σε βρήκα σ' εμπιστεύτηκα και ρεζιλεύτηκα στην παλιοκοινωνία
Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ' τα εσύ τα χρόνια που 'φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη στον κόσμο που 'ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό
Την ώρα που περπάτησα μου φέραν και τα δώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της ξεστράτισα
ξεστράτισα και μου 'λεγαν προχώρα
μια νύχτα μόνο κράτησα κι απάνω της γονάτισα και παραστράτησα στην πρώτη κατηφόρα
Φωτιά κι ανάσταση καρδιά πονάς και σπάσ' τα εσύ τα χρόνια που 'φτασα να ζω
φωτιά και δύναμη καρδιά τρελή κι αδύναμη στον κόσμο που 'ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό






Λίνα Νικολακοπούλου

27/2/08


Στις άδειες πόλεις που γυρνάς
εικόνες σε ξοδεύουν
αδύναμος να προσκυνάς
αυτούς που σε ληστεύουν
Σαν δαίμονας να κουβαλάς
του κόσμου τους χειμώνες
στα μάτια της να κυνηγάς
παλιούς μικρούς κανόνες
Μοναξιά μου όλα,
μοναξιά μου τίποτα
μη μ' αφήνεις τώρα
που είναι όλα πιο δύσκολα
έρωτα μου όλα,
κι έρωτά μου τίποτα
μη μ' αφήνεις τώρα
που είναι όλα πιο δύσκολα
Τις νύχτες ντύνεσαι μικρός
κάποιον θα ξεγελάσεις
και ένα κακό που ήρθε χθες
τρέχεις για να προφτάσεις
Μοιάζουν οι δρόμοι με φωτιά
τα βράδια του θανάτου
έρωτας που μυρίζει πια
αρένα στο άγγιγμά του
Μοναξιά μου όλα,
μοναξιά μου τίποτα
μη μ' αφήνεις τώρα
που είναι όλα πιο δύσκολα
έρωτα μου όλα,
κι έρωτά μου τίποτα
μη μ' αφήνεις τώρα
που είναι όλα πιο δύσκολα

16/2/08

Στη Θάλασσά σου


...θέλω στην θάλασσά σου να βουτήξω σαν μικρό παιδί.
Να κρατήσω την ανάσα μου όσο περισσότερο αντέχω
και τη στιγμή της ανάδυσης ,
το χαμόγελό σου θα γίνεται ο ήλιος μου...



Αν χαθώ εκεί μέσα, θα με ψάξεις;
Και αν με ψάξεις, θα με βρεις;
Αν με βρεις θα χαρείς;

Να θυμάσαι..


Η θάλασσά σου ίσως είναι μικρή.
Μα μεγαλώνοντας ενώνεται με τους ωκεανούς.
Μπορεί να ξεγλυστρίσω.
Πάντως κάνε μου μια χάρη-μην ξεχάσεις-
αν με βρεις πες μου και εμένα...πού ήμουν...

ΝΑ'ΡΘΕΙΣ....


Σε θέλω πολύ απόψε που όλα μικραίνουν
κι οι ώρες πεθαίνουν
κοιτάζω το χρόνο να λιώνει..
Να'ρθεις να με βρεις,
γιατί όλα σε θέλουν,
σε θέλει κι η νύχτα σα μέρα που λάμπει
κ φέρνει τον κόσμο ξανά..
Να'ρθεις να με βρεις
γιατί δεν αντέχω ακόμα μιαν ώρα,
χαρά δε ζητώ,ούτε λύπη αντέχω
εσένα δεν έχω εδώ..
Το εδώ πουθενά,
το τώρα ποτέ αν δεν έρθεις..
Η θάλασσα πλάνη,τα γέλια μας λάθος,
οι φίλοι δεν ήρθαν κι οι δρόμοι ένα τίποτα απόψε αν δεν έρθεις εδώ..

3/2/08

Σ'αγαπάω

Περπατώ, στον ήλιο περπατώ, γλυκά μελαγχολώ, θυμάμαι και ξεχνώ
Ρωτώ, τα σύννεφα ρωτώ, τις νότες για να βρω, απόψε να σου πω
Σ' αγαπάω και πετάω στον ουρανό για σένα εγώ σκορπάω
Σ' αγαπάω και μεθάω για όσα ζω κοντά σου τραγουδάω

Γλιστρώ, στα χείλη σου γλιστρώ, στα μάτια σε κοιτώ, μαθαίνω να αγαπάω
Μετρώ, τα κύματα μετρώ, φτιάχνω το ρυθμό, τραγούδια να σου πω
Σ' αγαπάω...
Σ' αγαπάω...

Δ.Κοργιαλάς

26/1/08


-Θα σκάψω γη και ουρανό,
θάλασσες θα γυρίσω
να 'βρω τ' αθάνατο νερό
να 'ρθω να σε ραντίσω.
*
-Μαντήλι νά 'χεις φυλαχτό
θα σου χρυσοκεντήσω
πάνω του να ιστορήσω
πόσο σ' αγαπώ.
*
-Όλα τα δώρα των θεών
σου χάρισαν οι Μοίρες.
Ό,τι ποθούσες στη ζωή
απλόχερα το πήρες.
Κι αν μ' αγαπάς αληθινά
ήλιε μου και φεγγάρι,
θά 'χω και γω λίγο απ' το φως
και τη δική σου χάρη.
*
-Υφαίνω μόνη ολημερίς,
τη νύχτα το ξηλώνω
η σκέψη σου είναι πυρκαγιά
κι εκεί σε ανταμώνω.
*
-Πάνω στα κάστρα τ' ουρανού
τ' αστέρια θα τρυγήσω
να σε χρυσοστολίσω,κόρη του δειλινού.
*
-Όλα τα δώρα των θεών
σου χάρισαν οι Μοίρες.
Ό,τι ποθούσες στη ζωή
απλόχερα το πήρες.
Μα, αν μ' αγαπάς αληθινά
βιάσου και μην αργήσεις
μες στων μνηστήρων τον κλοιό
μονάχη μη μ' αφήσεις.



Στίχοι:Γιώργος Κορδέλλας
Μουσική: Κώστας Χαριτάτος
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Υφαντής & Ερωφίλη ( Ντουέτο )

Μυρτιωτισσα





Έρωτας να 'ναι ή συφορά,
που κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει
κι έρχεται ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα
τρυφερά να με πλανέσει
*
Έρωτας να 'ναι η σιωπή
που όταν σε βλέπω
μου το κλει γλυκά το στόμα
κι όταν μείνω μοναχή
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα
*
Μα ό,τι και να 'ναι το ποθώ
και καλώς να 'ρθει το κακό
που είναι από σένα
θα γίνει υπέρτατο αγαθό
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ' αγαπημένα.
Μουσική:Σταμάτης Κραουνάκης

Νίκος Καζατζάκης

"...Κοίταζα το Κρητικό πέλαγο, τα κύματα που πύργωναν καμαρωτά στραφτάλιζαν μια στιγμή στον ήλιο κι έτρεχαν να ξεψυχήσουν κακαρίζοντας στα χοχλάδια του γιαλού, ένιωθα το αίμα μου να ακολουθάει το ρυθμό τους, να φεύγει από την καρδιά μου και να απλώνεται ως τα ακροδάχτυλα και τις ρίζες των μαλλιών μου, και γινόμουν πέλαγο και ατελείωτο ταξίδι και μακρινές περιπέτειες κι ένα τραγούδι περήφανο κι απελπισμένο, που αρμένιζε με μαύρα και κόκκινα πανιά απάνω στην άβυσσο. Και στην κορυφή του τραγουδιού ένα σκουφί θαλασσινό, και κάτω από το σκουφί ένα τραχύ ηλιοψημένο κούτελο και δυο μαύρα μάτια κι ένα στόμα παχνισμένο με αλισάχνη, και πιο κάτω δυο χοντρές αργασμένες χερούκλες κρατούσαν το τιμόνι..."

22/1/08

Τόσοι Χειμώνες-Κ.Πολέμης (νομίζω!!!!)

Τόσοι χειμώνες πέρασαν
και τόσα καλοκαίρια
μα έχει απομείνει η αγάπη μας
ολάκαιρη και ακαίρια
...
Νιώθω πως σε πρωτόδα χθες,
πως τώρα σε πρωτόδα...
Πως τώρα πρωτομύρισα,
τα ευωδιαστά σου ρόδα.
...
Πως τώρα πρωτοχάιδεψα
τα ξέμπλεκα μαλλιά σου
και τα φιλιά τ'αμέτρητα
φιλιά μου και φιλιά σου...
...
Όλα είναι πρώτα,αγάπη μου
σαν πρώτα μας μεθάνε
και το στερνό μας το φιλί
και 'κείνο πρώτο θα'ναι
...
Τι κι αν διαβαίνουν οι καιροί?
Τι κι αν περνούν οι χρόνοι?
Παλιώνει ο λύχνος μα ποτέ
το φως του δεν παλιώνει...

21/1/08

Νεράιδες...Stavento


Οι νεράιδες θα ΄ρθούν στα όνειρα σου, να σου τραγουδήσουν.
Μην τους κάνεις κακό γιατί χωρίς παραμύθια τη ζωή μας θα αφήσουν.
Κρύβονται πίσω από καλλυντικά, διακριτικά
Δίνουν χρώμα στη νυχτιά, δεν αντέχουν την ψευτιά.
Δεν δανείζουν το κορμί τους μόνο για μια βραδιά
Δεν χαρίζουν την ψυχή τους αν αυτή δεν αγαπά.
Δεν χορεύουν σε τραπέζια και δεν γδύνονται στις πίστες
Δεν αντέχουν τη μιζέρια, δεν ανήκουνε σε λίστες
Πλουσίων πελατών, ξεμωραμένων εραστών
Μα προσέχουν το παρόν άφοβα για να κοιτούν το παρελθόν.
Αύριο, για τ΄αύριο φαντάζονται και μέχρι να ΄ρθει σε κομμάτια δεν μοιράζονται.

Φυλαχτό στο ραβδί τους η αγάπη,
Θα σ΄αγγίξει αυτό μονάχα αν δεν τους θυμίζεις κάτι.

Μεσ΄ τις πόλεις γυρνούν, τις καρδιές ντύνουν μ΄έντονους χτύπους
Τραγουδάνε γλυκά στης ψυχής μας τους όμορφους κήπους
Μακιγιάζ κι αν φορούν, να κρυφτούν θέλουν απ΄την κακία
Στο ραβδί τους κρατούν οι νεράιδες αγάπη,
Δίπλα σου υπάρχει μια!

Δε θα τρίξουν τα πλακάκια από μπροστά σου σαν περάσουν
Για δεν ντύνονται γυμνές τη λίμπιντο να ανεβάσουν
Υπάρχουν πάντα δίπλα μας, το μάτι δεν τις πιάνει
Γιατί ξέρουν και κρύβονται κακό να μην τις φτάνει.
Πληγώνονται πιο εύκολα μιας και αγαπούν στα αλήθεια
Και τύπους απορρίπτουνε που λένε παραμύθια.

Βιβλίο ανοιχτό αν είσαι εντάξει απέναντί τους
Για πάντα όμως χάνονται αν παίξεις μαζί τους.

Οι νεράιδες πονούν μα καταφέρνουν κι υπάρχουν ακόμα
Φταις εσύ, φταίω εγώ που θα μείνουν πιο λίγες σ΄αυτόν το αιώνα!
Κάθε δάκρυ τους πικρό λουλούδι στο χώμα
Κάθε γέλιο τους αστέρι λαμπερό στον ουρανό
Δες τη νύχτα τη φωτίζουν της αλλάζουνε χρώμα
Δεν θα γίνω υπαίτιος για άλλο λουλούδι πικρό!
Μεσ΄ τις πόλεις γυρνούν, τις καρδιές ντύνουν μ΄έντονους χτύπους
Τραγουδάνε γλυκά στης ψυχής μας τους όμορφους κήπους
Μακιγιάζ κι αν φορούν, να κρυφτούν θέλουν απ΄την κακία
Στο ραβδί τους κρατούν οι νεράιδες αγάπη,
Δίπλα σου υπάρχει μια!

Γ. Ρίτσος-Μικρή σουΐτα σὲ κόκκινο μεῖζον (απόσπασμα)



Πλήθος λεμόνια
επάνω στὸ τραπέζι
στις καρέκλες
στο κρεβάτι
κίτρινες λάμψεις
τρέχουν το σώμα σου
μ᾿ αρέσει που βρέχει
νύχτα με χίλια λεμόνια
και ξαφνικά ο φακός του δασοφύλακα
να σταματάει τους βρεγμένους λαγούς
στα πισινά τους πόδια.



Διακοφτό 18.11.80




(Μια αδυναμία στους έλληνες ποιητές...& στην ποίηση!Θα φανεί στην πορεία!!)

20/1/08

Η Σονάτα Του Σεληνόφωτος-Γιάννης Ρίτσος

Είναι ένα έργο που αγαπώ πολύ....γι'αυτό και θα το βάλω και αυτό στο blog μου...πιστεύω πως και 1 όχι τοσο σθναισθηματικό άνθρωπο...μπορεί να τον αγγίξει...

(Να προσθέσω πως έχει περασμένες και της σκηνογραφικές σημιώσεις για τους θεατρόφιλους!!!!)

*
*

(Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ᾿ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φώς. Απ᾿ τα δυό παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω οτι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυό-τρείς ενδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)





Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ - ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;- ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ σταβοπατημένα μου παπούτσια, τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου, χωρὶς καθόλου βαλίτσες - τί νὰ τὶς κάνεις; - Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Ὄχι, δὲ θἄρθω. Καληνύχτα. Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί ἐπιτέλους, πρέπει νὰ βγῶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι. Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία, -ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι - τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της, τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάματου, τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της τὴν πολιτεία ποὺ ὅλους μας ἀντέχει στὴν ράχη της μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας, μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας,-ν᾿ ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας, νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα.
Καληνύχτα.

*
*
*
(Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θἄκρυβε τὸ φεγγάρι. Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μία πολὺ γνώστη μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τὸ πρῶτο μέρος. Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ᾿ ἕνα εἰρωνικὸ κ᾿ ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ᾿ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἅη-Νικόλα, πρὶν κατεβεῖ τὴ μαρμαρίνη σκάλα, θὰ γελάσει, -ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ᾿ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο, ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ «Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅσο γιὰ τὴ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καὶ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μίαν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωὴ ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει.)

Ερωτικό...

Δεν μπορώ να ξέρω, δεν μπορώ να πω αν θα σ'αγαπώ
ίσαμε να φτάσω στη στερνή την ώρα όπως, κι όσο, τώρα
Ούτ' ο ερωτάς μου που σα ρόδο ανθεί,
αν θα μαραθεί πάλι σαν το ρόδο που το καίει το θέρο,
δεν μπορώ να ξέρω.
Ο,τι ξέρω είναι πως,
απ' την ημέρα που 'γινες δική μου
άνοιξαν κλεισμένες πύλες -και το θαύμα μπήκε στη ζωή μου
Ολα αλλάξαν όψη απ' το φως που εντός μου σκορπισε η χαρά,
σαν στα βαλτοτόπια που τα πλυμμυρίζουν ζωντανά νερά.
Εχω πια ξεχάσει όσα νοσταλγούσα κι ό,τι είχα ποθήσει:
Τώρα με φτερώνει μια καινούρια νιότη που δεν είχα ζήσει.
Τη ζωή τη βλέπω
σάμπως μεσ' από να μαγικό γυαλί κι απ' ό,τι ζητούσα μού δωσ' η αγάπη τόσο πιο πολύ,
πού να λέω αν όπως ήρθε μιαν ημέρα φύγει πάλι πίσω κι απομείνω μόνος,
κι όπως ήμουν πρώτα, -κάλλιο να μην ζήσω

Κώστας Ουράνης